Διδαχές

Αν μ’ έρθει περιφρόνηση, θεωρώ τον εαυτό μου αμαρτωλό, και αρχίζω, συχώρεσε με Κύριε, συχώρεσε με….

Για την περιφρόνηση και τους πειρασμούς

Ό κ. Τάσος για να διαθέτει στον κόσμο τα ζαρζαβατικά του στεκόταν έξω
από μαγαζιά ή στις γωνίες ή προχωρούσε μ’ ένα καροτσάκι φωνάζοντας με
την χαριτωμένη, σαν παιδική φωνή του, ελάτε, πράσα, σέλινα, ντομάτες!

Άφηνε να διαλέγουν ότι ήθελαν όσοι αγόραζαν κι από πάνω έβαζε στη
σακούλα κι άλλα. Μια μέρα, μια γυναίκα αγόρασε μελιτζάνες. Μεγάλο βάρος
το είχε, όταν τον ξαναείδε και του είπε ότι ήταν σποριάρικες, αυτός της
έβαλε άλλα κηπευτικά και το είχε για αμαρτία του. Μια άλλη γυναίκα
επειδή «ζουλούσε» τις ντομάτες για να διαλέξει και της είπε ευγενικά, τι
θα γίνει αν όλοι κάνουν έτσι, τον άρχισε τις φωνές, εσείς μόνο με τους
μεγάλους σταυρούς κ.τ.λ. Μια άλλη κάποτε πού πουλούσε κουκιά, έξω από το
μαγαζί της (άσχετο με μαναβική) τον έδιωξε με φωνές…. Φύγε απ’ εδώ!
Κι αυτός; Φρόντιζε κρυφά, σ’ όσους την αδικούσαν να αφήνει έξω από τη
πόρτα τους τα καλύτερα, τα πιο φρέσκα λαχανικά…

Έλεγε: Το στόμα των ανθρώπων είναι σαν ηφαίστειο. Όμως όπως λέει, αλλοίμονόν σας, αν πούνε καλά για σας λόγια.

Όμως και όταν παλεύεις με την αδικία, πίσω, μπρος, πίσω, μπρος, σε σακατεύει….
Μ’ έναν πιαστήκαμε σε λόγια, γιατί ράντισα το χωράφι και χωρίς να ξέρω
ψόφησαν κάτι κουνέλια του, κι ήθελα να συχωρεθώ… Πάω και του αφήνω τα
καλύτερα απ’ τη σοδειά, στα κρυφά.

Είναι μερικοί πού μάθανε μόνο να παίρνουν και να μην αναγνωρίζουν την καλοσύνη.
Μια μέρα γυρνούσα με το κάρο απ’ το χωράφι και 3 παιδιά, μεγάλα, για
στρατό, μ’ έφραξαν το δρόμο και με κορόιδευαν: μπάρμπα ή κοπριά
αγοράζεται;

Ε…. ό κόσμος είναι ένας αναβρασμός….

Είναι αυτό πού λέει, μίσησαν με δωρεάν. Όμως τις προσβολές μόνο ή προσευχή τις διαλύει. Λιώνει την αδικία.

Εάν είναι θλιμμένη ή προσευχή μου, θα πάθουν κακό, γι’ αυτό θέλει
προσοχή να μην ριζώσει το μίσος μέσα σου. Όχι. Άμα πέσω σε θλιμμένη
προσευχή θα πάθη ό άλλος ζημιά. Όχι να κάνω ζημιά στον άλλον. Έρχομαι σε
απαρηγόρητη προσευχή και πέφτω στο ήμαρτον, ζητώ μια παρηγοριά,
συχώρεση….

Αν μ’ έρθει περιφρόνηση, θεωρώ τον εαυτό μου αμαρτωλό, και αρχίζω, συχώρεσε με Κύριε, συχώρεσε με….

Το να ρωτάς γιατί βρίσκεσαι στο χάος. Δεν βρίσκεις άκρη. Ισότητα μόνο
στον θάνατο. Όλα είναι σα μια μέρα. Και 100 χρονών να γενείς, σαν χθες
να ‘ρθες στον κόσμο. Οι ελπίδες μας να πέσουν στην άλλη ζωή, την αιώνια.
Εάν μας λυπηθεί ό Θεός, εκεί δεν έχει τέλος.

Δεν βλέπω ποια
καλοσύνη έκανα εγώ, βλέπω πότε πλήγωσα αυτό το Φως μπροστά μου. Γιατί κι
εγώ μέχρι 16 χρονών έκανα πολλές αταξίες παιδικές (θυμόταν σαν μεγάλο
παράπτωμά του πού πετούσαν κάτι γάτες από κάτι Παλιά τούρκικα σπίτια και
πέφτανε αυτές καταγής).

Όλους να τους βλέπουμε καλούς, να παρακαλάμε για όλους. Δεν θα κάνεις κτήμα το κακό.

Πολλοί πιστεύουν στον Μαμωνά. Θέλουν να κερδίσουν άκοπα δίχως κούραση.
Έφυγε όμως ή ευλογία. Γιατί, λέει, με τον ίδρωτα να βγάζεις το ψωμί σου.
Όχι να βγάζουν πολλά λεφτά άκοπα. Αυτοί θέλουν αιχμάλωτους στο
συμφέρον.

Εμείς δεν θα κάνουμε κακό σ’ όσους μας κάνουν κακό
γιατί μετά θα το έχεις «κανόνα» για όλη σου τη ζωή, θα ‘ναι αυτό εμπόδιο
στην προσευχή. Άστους, επειδή είναι αυτοί στη λάσπη, θέλουν να
τραβήξουν κι εσένα προς τα κάτω. Εμείς χρωστάμε να αγαπάμε όλους.
Και απ’ τους Χριστιανούς έχει το μερτικό ή κακιά ώρα. Ό άνθρωπος είναι
ένα τίποτα. Τον νταλαμπέρνει ό λογισμός, άμα φωλιάζει μέσα σου και σε
κάνει κτήμα του….

Δεν θα κάνης κτήμα το κακό. Δεν θα το καλλιεργήσεις.

Ή μοχθηρία είναι απιστία. Άμα πιστεύεις, συγκρατιέσαι σε κάποια λογική.
Αν κάτι δεν πιάνει τόπο… θάψτο το κατηγόριο. Απαγορεύεται αυστηρά.

Τον εχθρό μας να τον φέρνουμε στο ύψος και εμείς στα πόδια του να
παρακαλούμε τον Θεό να τον συχωρέσει να δίνης εκτίμηση στον εχθρό. Στο
ύψος να τους βάλουμε και εμείς στα πόδια τους να είμαστε των εχθρών μας.

Το πιστεύω μας δεν είναι αέρας, θα πει να μη χαλάσεις την καρδιά του
άλλου. Όσο πιστεύεις στο Θεό τόσο δεν θέλεις να χαλάσεις την ψυχή του
άλλου. Δεν λέει προσευχηθείτε για όσους σας κατατρέχουν; Αν σ’ έλθει
φώτιση να πεις αχ, Θεέ μου! Θα πονέσεις και θα κλάψεις για το Ευαγγέλιο.

Έμενα με κύκλωσαν αδικίες κι έκανα προσευχή. Όταν έβλεπα αδικία και δεν
μπορούσα να τη σταματήσω γονατούσα και φώναζα συχωώωωρεσέ με Κύριε…
Έτσι με περνούσε ή στεναχώρια… Γιατί οι προσευχές φτάνουν επάνω.

Οι προσευχές τα πάντα τα λιώνουν, κι αμέσως προλαβαίνει ή καλοσύνη του
Θεού. Α! πού να σκάσης τρανέ σατανά! Αν με φερθούν άσχημα, να πέσω στο
ήμαρτον. Αν το αφήσω θα με κάνει ζημιά. Αν ένας με φταίξει τον
παρουσιάζω σ’ ένα κλοιό προσευχής. Με την προσευχή τα διαλύεις όλα. Εάν
μαλώσω με κάποιον χάνω την καλοσύνη του Θεού. Να μην χαλάσεις καρδιά
ανθρώπου, γιατί σε παρασέρνει ό πειρασμός. Όσο λατρεύεις τον Θεό, τόσο
να τιμάς και τον άνθρωπο. Ή ανταπόκριση του ανθρώπου είναι στις
δυσκολίες, είναι ή υπομονή, …. Έχει ανθρώπους πού κλαίνε γιατί δεν
αρρωστάνε.

Τα Παλιά χρόνια ήξερες τον αντίθεο. Τώρα δεν τον
γνωρίζεις. Άμα βγεις έξω και μιλήσεις όλοι θα σε περιλάβουν. Θέλει τα
δικαιώματά του ο Σατανάς, ανέκαθεν ήταν έτσι.

Άκουγα ειρωνείες
και στη δουλειά πού έκανα και στην πλατεία όταν καθόμουν βρε τον
κοιμισμένο, άκουσα να λεν για μένα, μα εγώ δεν ήξερα να παρεξηγηθώ. Με
έλεγαν, γιατί δεν γλεντάς, γιατί δεν γυρνάς; Εγώ σαν άνθρωπος πήγαινα σε
γιορτές μα δεν ήξερα άλλα, και τους λέω μια φορά βρε σεις, είδατε στις
εικόνες κάνα Άγιο να γελάει;

Κάποτε ένας δίχως να με ακούσει τι θα τον έλεγα, φώναζε: Ου ου ου… και κάνετε και μεγάλους σταυρούς!

Κάποτε ή δύναμη του πονηρού κυριαρχεί. Άμα όμως μπούμε στην κοινωνία
όπως σκέφτονται αυτοί, θα φύγουμε οπωσδήποτε από το Ευαγγέλιο. Εμείς να
πιστεύουμε σ’ αυτό και θα είμαστε οι πιο θεραπευμένοι. Να μην πεις ποτέ
ότι έχασα το δίκιο μου, γιατί θα σε ντελαπάρη. Άμα φωλιάσει μέσα σου το
γιατί, να χάσω το δίκιο μου, γίνεσαι άλλος άνθρωπος, φεύγει ή χάρη.
Εμείς στόχο το Φως θα έχουμε. Αυτό είναι ή καλύτερη περιουσία. Όλα να τα
Λιώνει ή προσευχή. Είναι προσωρινή ή κυριαρχία του σκότους, δεν έχουν
φως αυτές οι δουλειές.

Μεγαλύτερη περιουσία είναι να μείνουμε στον Χριστό με υπομονή, να μην διαλογιζόμαστε. Τότε είσαι ό πιο ευτυχισμένος άνθρωπος.

Πάντα παραπέφτουμε όταν μιλάμε. Μια φορά στο χωριό, μια νευρικιά πολύ
γυναίκα μάλωσε και μας έσπασε με πέτρες όλα τα τζάμια. Ήρθε ή αστυνομία
και ρώτησε, να κάνουμε μήνυση; Όχι είπα. Θα πας στην αστυνομία μόνο αν
είσαι κάνας δεσπότης και σε παίρνει το κύμα, μαζί με παπάδες, για κάτι
πού γράφουν, τότε Ναι, αλλιώς όχι για τον εαυτό σου. Εσύ αποστραφήτω,
πού λένε, μ’ ένα κρύο χαμόγελο και θα πάς μακριά….

Αυτοί πού
πίστεψαν στον Σατανά είναι θολωμένοι, τους βοηθά με σατανικό φως, τους
εξυψώνει. Με σατανικές ενέργειες κάνουν διαφώτιση, να διεγείρει την
ανθρωπότητα στο σκότος. Δεν έχουν φώτιση. Από που να έχουν φώτιση; Άπ’
την παραλογία; Ενώ οι άλλοι είναι φωτισμένοι από «άνωθεν».

Μην
συνερίζεσαι με τον κόσμο. Ή αυστηρότητα όμως απαγορεύεται. Αλλιώς έχεις
αιμοβορία μέσα σου. Κάνε κάποτε ότι δεν γνωρίζεις τίποτα, γιατί που θα
βρεις άκρη αν μπλεχτείς με γλωσσοφαγιά;

Τώρα ό κόσμος είναι
χωρίς θεμέλια, από κάτω προς τα επάνω είμαστε σε μια ομίχλη όλοι μας.
Όποιος φωνάζει όμως βοήθεια, θα σωθεί.

Ό Χριστός είναι επανάσταση καλοσύνης.

Ό κόσμος πίστεψε στο χρήμα και στον σαρκικό ερωτά. Ή πίστη στον αναμάρτητο Χριστό μόνο θα μας σώσει.

Άμα ρθεις σε λόγια με τον κόσμο, ζαλίζεσαι και δεν μπορείς να
προσπέσεις σε προσευχή να, πώς βάζεις νερό μες στο φαγητό και
ξανοσταίνει, έτσι δύσκολα να βρεις τα «όστια σου» πάλι.

Καμιά φορά στον ύπνο βλέπω σκυλιά σα να με δείχνουν τα δόντια τους, όλα τα διαλύει όμως ή προσευχή.

Μικρός, όταν ήμουνα, δεν οργιζόμουνα καθόλου ούτε έβλεπα κακό ή
αδικία… Να, ένας πήρε την κομπίνα στο χωράφι του ενώ εγώ είχα πει πιο
μπροστά να έλθουν στο δικό μου χωράφι. Αυτοί όμως τον ξεγέλασαν και πήγε
σ’ αυτούς. Ε… αλωνίζει το δικό τους. Δεν ήλθε στο δικό μου. Το βράδυ
εκείνο όμως, πιάνει ένα χαλάζι, καταστροφή! Εγώ, τι να κάνω; Για να μην
φωλιάσει μέσα μου το κακό, πήγα και θέρισα το χόρτο, αυτουνού δηλαδή πού
με ξεγέλασε, στα κρυφά. Για να μπορώ να τον φέρνω μετά στο μυαλό μου
χωρίς κακία. Κι έφυγα, αφού θέρισα το χόρτο τους-, χαράματα μη με δουν.

Μιαν άλλη φορά, ό καφετζής είπε, επειδή, όταν πήγαινα για ξεκούραση
κανένα απόγευμα στο καφενείο, δεν έπαιζα στα χαρτιά και δεν παράγγελνα
πολλά – πολλά. Είπε λοιπόν ό καφετζής, ε, άμα ήταν όλοι σαν τον Τάσο, θα
πεθνήσκαμε, θα το κλείναμε… τι να κάμω; Πάω, φορτώνω πουρνάρια και τ’
αφήνω κρυφά έξω απ’ το καφενείο, για τη σόμπα. Δεν του το ‘πα.

Χτύπησα με τέτοιο τρόπο τον Σατανά. Όταν κάποιος μ’ έκανε κακό, κοίταζα
στα σκοτεινά, να ‘μαι μέσα στο στάβλο μοναχός μου, σκλήριζα, φώναζα με
φωνή’ ήμαρτον Κύριε! συχώρεσέ με’ κι άλλοτε στα χωράφια, πού δεν μ’
άκουγαν, συχώρα με, φώναζα, όπως ουρλιάζει ό λύκος γυρεύοντας βοήθεια.
Αποκηρυγμένος ήμουνα….

Ένα καλοκαίρι πού αλωνίζαμε, με ένα
ζευγάρι βόδια με το δοκάνι, έρχεται ένας στρατιώτης, ντυμένος σαν τους
Μάηδες και μας διατάζει’ ξεζέψτε και πάτε να θερίσετε το χωράφι του
τάδε… Μα, είπαμε εμείς, θέλουμε να λιχνίσουμε. Δεν έχει! μη μιλάς
γιατί έχεις δυο αδέλφια αντάρτες. Εγώ καθόλου δεν είχα ανάμειξη σε
τέτοια. Μετά με αδικήσανε… Έφεραν ένα χασάπη έμπορα να πάρει τα ζώα
και με λέει’ Λίρες θέλεις ή λεφτά;

Αυτός πού ήταν 38 χρόνια παράλυτος και τον γιάτρεψε ό Χριστός, αυτός λένε ήταν πού τον έδωσε το ράπισμα, τότε στον αρχιερέα.

Όπως το λέει, εάν εμένα έδιωξαν, και εσάς το ίδιο. Οπότε να περιμένουμε
απ’ τους ανθρώπους πολλά. Έμενα μ’ ενδιαφέρουν μόνο οι Άγιοι και ό
Χριστός με τα αίματα στον Σταυρό. Βρήκαν να τον κατηγορήσουν επειδή
έκανε καλοσύνες το Σάββατο και ‘γώ, ακούγοντάς το, μ’ ήρθε να πω, βρε το
καλό μου το παιδί, τόσο πολύ το χάρηκα! Για κάποιον πού τον πρόσβαλε,
στεναχωριόταν κι έλεγε’ γιατί να χάση ό καλός Θεός μια ψυχούλα; Τον
συνέλαβα στην προσευχή μου, για να μην φωλιάσει κακία μέσα μου….

Τι περιπέτειες είχα και με το ζάχαρο πού με βρήκε στα σαράντα χρόνια
μου!… Θυμάμαι πώς το κατάλαβα… Είχα φάει γλυκό κουταλιού κι’ άρχισα
να βλέπω τους ανθρώπους σα σκιές, σαν ένα δάχτυλο του χεριού. Πάμε στο
νοσοκομείο, μ’ αρχίζουν ινσουλίνες. Όταν επέστρεψα στο χωριό με σταματά ό
γιατρός ό αγροτικός, με ρωτά, και μ’ αρχινά στις μούντζες, λέγοντας’
γιατί δέχτηκες; Και με πάνε στο Σανατόριο της Καβάλας, όλο φυματικοί.
Γράφω γράμμα σπίτι, ελάτε να με πάρετε, πεθαίνω… Είχα γίνει
ελεεινός… Έρχεται ή γυναίκα μου με τον αδελφό της να με πάρουν, στον
δρόμο δεν έλεγαν ούτε μια λέξη απ’ τη στεναχώρια, νόμιζαν πώς θα είχα
πεθάνει. Μας δίνουν εξιτήριο και δίαιτα, τι να τρώω… Γυρνάμε σπίτι και
άρχισα να τρώω τυρί, όπως το έπηζαν στην τσαντίλα. Έβαλα βάρος γιατί μ’
είχε πει ένας γιατρός εκεί ότι, αν βάλεις κιλά, πέφτει το ζάχαρο!

Κόβουμε την ινσουλίνη και παθαίνω ένα κώμα και με τρέχουν στο ΑΧΕΠΑ με
το στόμα ανοιχτό. Εκεί μια φοιτήτρια, λέει στην γυναίκα μου, έλα να δεις
πώς μυρίζει, ή αναπνοή του, σάπιο μήλο. «Οξονάρα»! Κι άρχισα πάλι τις
ενέσεις, τις μονάδες….

Παρ’ όλο πού είχε «ινσουλινοεξαρτώμενο
διαβήτη» και δικαιούταν επίδομα από την Πρόνοια, δεν έπαψε να δουλεύει
μέχρι το 1998, πού του έκοψαν το αριστερό πόδι και έλεγε γιατί να πάρω
επίδομα εις βάρος του κράτους, αφού μπορώ να προσφέρω;….

ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2005

Previous post

Το θαύμα του Αγίου Νεκταρίου στον Μητροπολίτη Κυδωνίας και Αποκορώνου Δαμασκηνό!

Next post

ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΟ ΘΑΥΜΑ: Ο ΑΓΙΟΣ ΛΟΥΚΑΣ Ο ΙΑΤΡΟΣ ΚΑΙ Ο ΑΓΙΟΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΧΕΙΡΟΥΡΓΕΙΟ!