Βίοι Αγίων

Παναγία η Μητέρα Θεού και ανθρώπων

Στη ζωή της Εκκλησίας ξεχωρίζει ένα πρόσωπο και ένα όνομα, η Παναγία. Η Θεοτόκος. Η μητέρα του Θεού και μητέρα όλων των ανθρώπων. Όλων μας.

Η Παναγία κατέχει μια ιδιαίτερη θέση τόσο στη θεολογία όσο και στη ζωή των πιστών. Είναι χαρακτηριστικό ότι δεν υπάρχει καμία ακολουθία που να μην περιέχει τροπάρια και ύμνους στην Παναγιά μας.

Σε κάθε ακολουθία και κάθε προσευχή με ιδιαίτερο τρόπο απευθύνεται η εκκλησία και ο κάθε πιστός προς το ιερό και θείο πρόσωπό της. Στην υμνολογία της εκκλησίας μας οι ωραιότεροι ύμνοι αναφέρονται στη γλυκιά μορφή της. Στην πρόξενο της σωτηρίας του ανθρώπου.

Στη μοναδική και ακλόνητη ελπίδα κάθε πιστού. Και γιαυτό από τα πρώτα χριστιανικά χρόνια οι γιορτές προς τιμήν της Παναγίας και οι προσευχές προς Εκείνη καταξιώθηκαν στη συνείδηση των πιστών και έγιναν αναπόσπαστο κομμάτι της πνευματικής ζωής. Στις ομιλίες των Πατέρων προς την Παναγία παρατηρείται μια σιωπή μα και λόγος συνάμα. Ατενίζοντας το σεμνό πρόσωπο της Παναγίας δεν ξέρουν τι να πουν και σιωπούν.

Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός π.χ. στην αρχή μιας ομιλίας του για την Παναγία λέει: «Αύτη μου τον νουν είλε αιχμάλωτον, την γλώτταν αύτη εληίσατο», δηλαδή αυτή μου πήρε τα μυαλά και μου έδεσε την γλώσσα. Παρά ταύτα η γλώσσα λύνεται για να υμνήσει την υπέρ πάσα έννοιαν.

Γι αυτό λέγεται ότι οι λόγοι που έχουν γραφτεί για την Παναγιά, τη μητέρα του Χριστού, είναι ύμνοι και όχι ερμηνείες. Και είναι πράγματι θαυμαστά τα όσα έχουν γραφεί για την Παναγία μας. Ίσως δεν υπάρχουν στην υμνολογία της εκκλησίας μας ωραιότεροι ύμνοι και προσευχές. Και στεκόμαστε με δέος, αγάπη και προσδοκία μπροστά στη Μητέρα του Θεού και του κόσμου. Η Παναγία έδωσε σάρκα από τη σάρκα Της και αίμα από το αίμα Της στον Υιό και Λόγο του Θεού, ο οποίος έτσι εισήλθε στο χρόνο, δηλαδή στην ανθρώπινη ιστορία, ως τέλειος θεάνθρωπος για τον ανακαινισμό του κτιστού κόσμου.

Είναι, λοιπόν, η Παναγία όχι απλώς ένας σταθμός στην ιστορία του ανθρώπινου γένους αλλά το τέλος του παλιού και η αρχή του νέου κόσμου, το τέλος και η ολοκλήρωση της Παλαιάς Διαθήκης και ταυτόχρονα η εμφάνιση του νέου εν Χριστώ ανθρώπου.

Η Παναγία στέκεται στο μεταίχμιο δύο εποχών, στο σημείο όπου τελειώνει η εποχή της Π. Διαθήκης και ανοίγει η εποχή των Εσχάτων που εγκαινίασε η Ανάσταση του Χριστού. Με την Παρθένο ολοκληρώθηκε η Ιερά Ιστορία και ήρθε “το πλήρωμα του χρόνου”.

Οι πληροφορίες που έχουμε για τη Μαρία (το όνομα Μαρία είναι εξελληνισμένος τύπος του εβραϊκού ονόματος Μιργιάμ, που έχει ερμηνευτεί ποικιλοτρόπως ως: ελπίδα, πικρία, κυρία, ύψος, δώρο, μύρα, ωραία κ.α.) προέρχονται από την παράδοση και τις μαρτυρίες της Κ. Διαθήκης.

Οι πληροφορίες που έχουμε από την παράδοση αναφέρονται στη γέννηση και την παιδική ηλικία της Παναγίας έως της μνηστείας της με τον Ιωσήφ καθώς και στη ζωή της μετά την Πεντηκοστή έως την Κοίμησή Της, ενώ οι πληροφορίες που έχουμε από τα Ευαγγέλια αναφέρονται στο διάστημα της επί γης ζωής του Ιησού.

Σύμφωνα, λοιπόν, με την εκκλησιαστική παράδοση που διασώθηκε στο λεγόμενο Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου (βιβλίο απόκρυφο που όμως διασώζει ιστορικούς πυρήνες) η Μαρία γεννήθηκε στα Ιεροσόλυμα (κατ’ άλλους στη Ναζαρέτ.) Γονείς της ήταν ο Ιωακείμ και η Άννα, άνθρωποι ευσεβείς, οι οποίοι, επειδή ήταν στείροι, παρακαλούσαν νυχθημερόν το Θεό να τους χαρίσει ένα παιδί. Τελικά ο Θεός εισάκουσε τις προσευχές τους και η Άννα σε προχωρημένη ηλικία γέννησε τη Μαρία.

Υποσχέθηκε μάλιστα ότι το παιδί που θα γεννήσει θα το προσφέρει “δώρον Κυρίω τω Θεώ και έσται λειτουργούν αυτώ πάσας τας ημέρας της ζωής αυτού.” Εκπληρώνοντας αυτή τους την υπόσχεση παρέδωσαν τη Μαρία, όταν έγινε τριών ετών, στους ιερείς του Ναού των Ιεροσολύμων, όπου σύμφωνα με την παράδοση, έμεινε ως τα δώδεκά της χρόνια “ως περιστερά νεμομένη και ελάμβανε τροφήν εκ χειρός αγγέλου”.

Η παραμονή της Μαρίας στο Ναό και μάλιστα η είσοδός της στα Άγια των Αγίων είναι πρωτόγνωρο γεγονός για τη θρησκεία των Εβραίων, καθόσον ήταν αυστηρά απαγορευμένη η είσοδος γυναικών στο Ναό. Στα Άγια των Αγίων ιδιαίτερα έμπαινε μια φορά το χρόνο μόνο ο Αρχιερέας. Το γεγονός αυτό, κατά τους Πατέρες, είναι αρκετό για να δειχθεί η παναγιότητα της Μαρίας. Όταν η Παρθένος έγινε δώδεκα ετών, με φροντίδα του Αρχιερέα Ζαχαρία, παραδόθηκε στον Ιωσήφ, άνδρα ευσεβή, ο οποίος την παρέλαβε υπό την προστασία του και τη μνηστεύτηκε (γι’ αυτό και επονομάζεται Μνήστωρ). Οι πληροφορίες που αφορούν τη Μαρία ως Μητέρα του Κυρίου προέρχονται από την Κ. Διαθήκη και είναι σχετικά λίγες.

Οι περισσότερες από αυτές περιέχονται στα Ευαγγέλια του Ματθαίου και του Λουκά, οι οποίοι αναφέρονται στη σύλληψη, τη γέννηση, τη βρεφική και παιδική ηλικία του Ιησού. Λιγότερες είναι οι πληροφορίες που διασώζουν οι Μάρκος και Ιωάννης, οι οποίοι σποραδικά αναφέρουν κάποιες περιπτώσεις εμφανίσεως της Παναγίας κατά τη δημόσια δράση του Κυρίου μέχρι το σταυρικό Του θάνατο. Ειδικότερα ο Λουκάς αναφέρεται στον Ευαγγελισμό, στην επίσκεψη της Μαρίας στην εξαδέλφη της Ελισάβετ (όταν εκείνη ήταν έγκυος τον Ιωάννη τον Πρόδρομο και η οποία στο πρόσωπο της Μαρίας αναγνώρισε τη Μητέρα του Θεού) καθώς και στα σχετικά με τη γέννηση και την παιδική ηλικία του Ιησού.

Σύμφωνα με την υμνολογία της Εκκλησίας, η Παναγία παρευρισκόταν στην Ανάληψη του Κυρίου ενώ, όπως μας πληροφορούν οι Πράξεις των Αποστόλων (Α,14), ήταν μαζί με τους υπόλοιπους Αποστόλους στο υπερώο της Ιερουσαλήμ μετά την Ανάληψη αναμένοντας και Αυτή την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος. Έλαβε, λοιπόν, και η Παναγία με θαυμαστό τρόπο κατά την ημέρα της Πεντηκοστής το Άγιο Πνεύμα.

Τούτο μαρτυρείται και από την εικονογραφία, όπου στην εικόνα της Πεντηκοστής εικονίζεται και η Θεοτόκος ανάμεσα στους Αποστόλους με “γλώσσαν πυρός” πάνω στο κεφάλι Της. Όλα όσα γνωρίζουμε για την Παναγία μετά την Πεντηκοστή προέρχονται από την προφορική παράδοση, γι’ αυτό και οι πληροφορίες είναι ασαφείς. Φαίνεται ότι η Μαρία εξακολουθούσε να μένει στα Ιεροσόλυμα με τον Ευαγγελιστή Ιωάννη. Σύμφωνα με την ιεροσολυμίτικη παράδοση του 5ου αιώνα (που είναι και η επικρατέστερη) η Παναγία “εκοιμήθη”, στα Ιεροσόλυμα και τάφηκε στην Γεσθημανή, όπου από τον 6ο αιώνα έδειχναν και τον τάφο Της.

Το θεμέλιο της επίσημης διδασκαλίας της Εκκλησίας για την Παναγία τέθηκε το 431 μ.Χ. με την Γ’ Οικ. Σύνοδο. Η Σύνοδος εκείνη ονόμασε επίσημα την Παναγία “Θεοτόκο”, αντικρούοντας έτσι την αίρεση του Νεστοριανισμού.

Ο αιρετικός Νεστόριος αρνιόταν την ένωση στο πρόσωπο του Χριστού των δύο φύσεων (θείας και ανθρώπινης) και δε δεχόταν ότι ο Χριστός είναι τέλειος Θεάνθρωπος. Γι’ αυτό και απέρριπτε την ονομασία Θεοτόκος για την Παναγία, την οποία ονόμαζε Θεοδόχο ή Χριστοτόκο. Η Γ’ Οικουμ. Σύνοδος, ακολουθώντας τη Γραφή και την Παράδοση, αποφάνθηκε ότι η Μαρία γέννησε τον ίδιο το Θεό, αφού στο πρόσωπο του Χριστού ενώθηκαν πραγματικά “ασυγχύτως και αδιαιρέτως” η θεία μα την ανθρώπινη φύση.

Γι’ αυτό και πρέπει να ονομάζεται Θεοτόκος. Να τι γράφει ο Ι. Δαμασκηνός: “Την Αγία Παρθένο κηρύττουμε ως Θεοτόκο στην κυριολεξία και αληθινά. γιατί όπως Αυτός που γεννήθηκε απ’ Αυτήν είναι αληθινός Θεός, έτσι και Αυτήν που γέννησε τον αληθινό Θεό, σαρκωμένο απ’ Αυτήν, είναι αληθινή Θεοτόκος (…) Η Αγία Παρθένος βέβαια δε γέννησε απλώς έναν άνθρωπο, αλλά Θεό αληθινό, όχι χωρίς σώμα αλλά σαρκωμένο, χωρίς να κατεβάσει το σώμα από τον ουρανό και να περάσει δια μέσου Αυτής, σαν να ήταν Εκείνη κάποιος αγωγός, αλλά παίρνοντας απ’ Αυτήν σάρκα ομοούσια με τη δική μας και δίνοντας την υπόσταση για τον Εαυτό Του. Γι’ αυτό δίκαια και αληθινά ονομάζουμε την αγία Μαρία Θεοτόκο. γιατί αυτό το όνομα συνθέτει ολόκληρο το μυστήριο της οικονομίας.

Η Εκκλησία έδειξε ιδιαίτερη εμμονή στην ονομασία Θεοτόκος, διότι, αν η Παναγία δε γέννησε το Θεό, τότε το έργο της σωτηρίας είναι ψεύδος και η Παναγία υποβαθμίζεται σ’ ένα απλό όργανο που χρησιμοποιήθηκε από το Θεό και δε δάνεισε σάρκα από τη σάρκα Της στον ενανθρωπήσαντα Λόγο του Θεού. Γι’ αυτό και ο Γρηγόριος ο θεολόγος τονίζει: “Ει τις ου Θεοτόκου ομολογεί την αγίαν Παρθένον, χωρίς (μακριά) εστίν της Θεότητος”. Ως Θεοτόκος η Παναγία υπερέχει όχι μόνον των ανθρώπων αλλά και των αγγέλων, είναι η “τιμιωτέρα των Χερουβείμ και ενδοξοτέρα ασυγκρίτως των Σεραφείμ.”

Η κεντρική θέση που κατέχει η Παναγία στη ζωή, τη διδασκαλία και πνευματικότητα της Εκκλησίας μας αντνακλάται και στη δεσπόζουσα θέση που κατέχει στον ετήσιο εορτολογικό κύκλο και στη λατρεία γενικότερα. Ολόκληρο το εκκλησιαστικό έτος κοσμείται από τις εορτές που αναφέρονται στο σεπτό πρόσωπό Της. Το εκκλ. έτος αρχίζει με το Γενέσιον της Θεοτόκου (8 Σεπτεμβρίου).

Τον Οκτώβριο (28) εορτάζουμε την εορτή της Αγίας Σκέπης της Θεοτόκου σε ανάμνηση του σχετικού θαύματος και τιμούμε την Παναγία – προστάτιδα του φιλοχρίστου λαού. Στις 21 Νοεμβρίου είναι η εορτή των Εισοδίων της Θεοτόκου, δηλαδή η ανάμνηση της εισόδου και αφιερώσεως της Παναγίας τριετούς στο Ναό των Ιεροσολύμων. Στις 26 Δεκεμβρίου πανηγυρίζεται η Σύναξη της Θεοτόκου, δηλαδή η συγκέντρωση των πιστών για την απόδοση τιμής στη Μητέρα του Σωτήρος. Ακολουθεί ο Ευαγγελισμός (25 Μαρτίου) που εορτάζουμε το χαρμόσυνο άγγελμα προς την Παναγία από το Γαβριήλ τον αρχάγγελο ότι θα γεννήσει το Λυτρωτή. Τέλος έχουμε της εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου (15 Αυγούστου), που ονομάζεται και “Πάσχα του καλοκαιριού” γιατί προηγείται δεκαπενθή- μερη νηστεία.

Σωστά ο Αύγουστος θεωρείται ο μήνας της Παναγίας, αφού από τη μία όλο το δεκαπενθήμερο είναι αφιερωμένο σ’ Αυτήν, την 23η εορτάζουμε τα λεγόμενα εννιάμερα της Παναγίας (9 ημέρες από την Κοίμησή Της), και ο μήνας κλείνει με την εορτή της κατάθεσης της Τιμίας Ζώνης Της. Κατά την περίοδο της νηστείας του δεκαπενταύγουστου ψάλλονται στους ναούς οι περίφημοι Παρακλητικοί Κανόνες (Μέγας και Μικρός εναλλάξ) προς τη Θεοτόκο.

Εκτός από αυτές τις εορτές, θα πρέπει να μνημονεύουμε ακόμη την εορτή της Κατάθεσης της Τιμίας Εσθήτος της Θεοτόκου (2 Ιουλίου) καθώς και την εορτή της Ζωοδόχου Πηγής την Παρασκευή της Διακαινησίμου. Τέλος, πρέπει να αναφερθούμε και στους Χαιρετισμούς, που είναι αφιερωμένοι στην Υπέρμαχο στρατηγό και ψάλλονται τις Παρασκευές της Μ. Σαρακοστής.

Η ξεχωριστή θέση της Θεοτόκου στη λατρεία φαίνεται ακόμη: από το γεγονός ότι η Εκκλησία έχει αφιερώσει προς τιμήν της μια μέρα της εβδομάδας, την Τετάρτη και από το ότι υπάρχουν ξεχωριστά τροπάρια, τα Θεοτοκία, που ψάλλονται με το εισαγωγικό “και νυν και αεί …” και συνοδεύουν τους Κανόνες, τα Δοξαστικά, τα εξαποστειλάρια και τα απολυτίκια επίσης από το γεγονός ότι στη Θ. Λειτουργία ο ιερέας μνημονεύει “εξαιρέτως της Παναγίας αχράντου…” και ψάλλεται ο περίφημος αγγελικός ύμνος ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ.

Ακόμα από το ότι στο τέλος κάθε αιτήσεως μνημονεύεται από τον ιερέα το όνομα της αειπαρθένου Μαρίας. Από το ότι η Θεοτόκος εικονογραφείται στην κόγχη του ιερού των ναών ως η “Πλατυτέρα των Ουρανών” και από το γεγονός ότι στο τέμπλο των ναών η εικόνα της κατέχει τη θέση της δεξιά της Ωραίας Πύλης, ώστε να βρίσκεται “εκ δεξιών” του Χριστού και να πρεσβεύει για τους ανθρώπους. Εξάλλου χιλιάδες είναι οι ναοί που χτίστηκαν και χτίζονται προς τιμήν Της, άπειρα τα προσκυνητάρια και τα αφιερώματα, ενώ δεν είναι τυχαίο ότι τα μεγαλύτερα προσκυνήματα είναι αυτά της Παναγίας.

Η Εκκλησία μας λοιπόν, τιμά την Παναγία όπως ταιριάζει στο άγιο πρόσωπό Της, και πανηγυρίζει γι’ Αυτήν που βρίσκεται πιο ψηλά από κάθε άλλο λογικό όν μέσα στον ορατό και αόρατο κόσμο.

Την τιμά και την υμνεί ως το καύχημα των ουρανών και του ανθρώπινου γένους, ως την Κεχαριτωμένη, δηλαδή αυτήν που είναι μέτοχος την θείας χάριτος περισσότερο από κάθε κτίσμα, γιατί είναι Μητέρα του Θεού. Η Παναγία είναι αυτή για την οποία λέει ο ψαλμωδός: “Παρέστη η βασίλισσα εκ δεξιών Σου εν ιματισμώ διαχρύσω περιβεβλημένη πεποικιλμένη”. Από αυτή τη θέση μεσιτεύει πάντοτε υπέρ των ανθρώπων.

Αυτή τη συγκλονιστική αλήθεια και διδασκαλία μας έδωσε επιγραμματικά ο μεγάλος Θεολόγος και Πατέρας της Εκκλησίας Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, λέγοντας για την Παναγία ότι καλύπτει με τις πρεσβείες Της ολόκληρο τον χρόνο απ” αρχής της Δημιουργίας, με το να είναι «των προ Αυτής αιτία, και των μετ” Αυτήν προστάτις». Υπέροχα είναι τα λόγια του Ν. Καβάσιλα του μεγάλου αυτού πατέρα της Εκκλησίας μας ο οποίος αναφερόμενος σε ένα λόγο του στο πανάγιο πρόσωπο της Θεοτόκου λέει: “Πως να σε προσφωνήσουμε Εσένα, που δεν υπάρχει τίποτα αντάξιό Σου ανάμεσα στους ανθρώπους; Γιατί τα δικά μας τα λόγια είναι γήινα, ενώ Συ ξεπέρασες όλου του κόσμου τις κορυφές. Αν λοιπόν χρειάζεται να σου προσφερθούν τιμητικοί λόγοι, αυτό πρέπει να είναι έργο Αγγέλων.

Γι’ αυτό κι εμείς, αφού θυμηθήκαμε όσο μπορούσαμε τα κατορθώματά Σου και υμνήσαμε κατά τη δύναμή μας Εσένα, την ίδια μας τη σωτηρία, ζητούμε τώρα να βρούμε αγγελική φωνή”. Και καταλήγουμε στην προσφώνηση του Γαβριήλ: “Χαίρε Κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά Σου!”

Η Θεοτόκος, γράφει ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, δεν παρέδωσε στη Γραφή ούτε τις σκέψεις Tης ούτε την αγάπη Tης για τον Υιό και Θεό Tης ούτε τις θλίψεις της ψυχής Tης, κατά την ώρα της σταυρώσεως, γιατί ούτε και τότε θα μπορούσαμε να τη συλλάβομε. Η αγάπη Tης για το Θεό ήταν ισχυρότερη και φλογερότερη από την αγάπη των Χερουβείμ και των Σεραφείμ κι όλες οι Δυνάμεις των αγγέλων και αρχαγγέλων εκπλήσσονται με Αυτήν.

Παρόλο όμως που η ζωή της Θεοτόκου σκεπαζόταν, θα λέγαμε, από την άγια σιγή, ο Κύριος φανέρωσε στην Εκκλησία μας πως η Παναγία μας, αγκαλιάζει με την αγάπη την αγάπη της όλο τον κόσμο και βλέπει με το Άγιο Πνεύμα όλους τους λαούς της γης και σπλαχνίζεται και ελεεί τους πάντες.

 

Previous post

Η Συνταγη Του Αγιου Φανουριου Η Φανουροπιτα

Next post

Πίστη πίστη ! Μόνο αυτό θα σε σωσει ..